Λίγο χλωμή, λίγο δειλή, λίγο εύθραυστη. Ένα φάντασμα συχνά έλεγε πως ήταν.. Ίσως θα προτιμούσε να ήταν έτσι. Αόρατη. Κανείς να μην μπορεί να τη δει. Κανένα ενοχλητικό βλέμμα να μην σταματούσε πάνω της. Καμία έκφραση οίκτου, απέχθειας ή αδιαφορίας να μην την άγγιζε.
Στους είκοσι χειμώνες της είχε ζήσει πολλά. (αλήθεια, ποιός σκέφτηκε να μετράνε τις ηλικίες με τα καλοκαίρια; Μόνο χειμώνες ήξερε. 20 χειμώνες με 365 μέρες ο καθένας.) Αρκετά για να κλειστεί στον εαυτό της, να ντυθεί το ρούχο της «δυνατής». Της «αστείας». Του κοριτσιού της «διπλανής πόρτας». Μία διπλανή πόρτα όμως που κρύβει τόσα.. Όσα κ η σοφίτα των παλιών παραμυθιών. Αραχνιασμένα σεντούκια με αναμνήσεις, όνειρα που σκουριάζουν πεταμένα σε μια γωνιά.. και καλά θαμμένα μυστικά στην πίσω αυλή. Από εκείνα τα μυστικά που σου αλλάζουν τη ζωή. Από εκείνα τα μυστικά που όσο κι αν τα θάψεις, πάντα βρίσκουν τρόπο να σε εκδικηθούν και να σου θυμίσουν ότι ακόμα είναι εδώ.
Υπήρχαν και όμορφες στιγμές. Στιγμές που αφηνόταν σε μία παρέα, σε ένα τραγούδι, σε μια εικόνα. Στιγμές πολύτιμες, που την έκαναν να ελπίζει ότι όλα μπορούν να αλλάξουν. Λίγη πίστη και ελπίδα και «όλα θα πήγαιναν καλά», με ένα μαγικό τρόπο. Όπως στα παραμύθια.. Αυτή ήταν η Χιονάτη.. και το παραμύθι της δεν τέλειωνε όταν εμφανιζόταν ο πρίγκηπας. Άλλωστε, στις μέρες μας, οι πρίγκηπες γίνονται βάτραχοι. Ζούσε αυτή καλά και οι άλλοι καλύτερα όταν βυθιζόταν σε εκείνον το βαθύ ύπνο, χωρίς όνειρα. «Χωρίς όνειρα; Μα... ζεις χωρίς όνειρα;», ρωτούσαν τα παιδιά όταν τέλειωνε την ιστορία της. Πως θα μπορούσε να τους εξηγήσει ότι περισσότερη σημασία είχε το ότι πλέον δε θα έβλεπε εφιάλτες;
Ο ίδιος εφιάλτης κάθε βράδυ. Η΄ σχεδόν κάθε βράδυ. Έντονος και αδυσώπητος, αδιαφορώντας για τα παρακάλια της να την αφήσει ήσυχη. Που τέλειωνε το φανταστικό και που άρχιζε η αλήθεια; Φωνές, κλάματα, ίχνη από πάλη. Πάλευε για τη ζωή της και το ήξερε. Για το δικαίωμά της στο όνειρο, για την ψυχή της. Και πάλευε σκληρά. Ξαφνικά σκοτάδι. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, δεν άκουγε τίποτα. Ήταν επιτέλους μόνη. Γιατί όμως ένιωθε εκείνο το κενό να γίνεται όλο και πιο μεγάλο; Γιατί εκείνο το παράπονο γινόταν κόμπος στο λαιμό και την έπνιγε;
Δεν ήταν άνθρωπος πια.. Ένα κουβάρι, σωριασμένο σε μια γωνιά. Ξεφτισμένο, αλλά «ζωντανό». Πόσο ακόμα; Πέρναγαν μέρες μετά από μέρες, μετά από μέρες.. Ένας αέναος κύκλος.. Οι εφιάλτες πάντα εκεί, να την θαμπώνουν νύχτα με τη νύχτα.. Ώσπου έγινε ασπρόμαυρη.. Ύστερα γκρίζα. Σχεδόν διάφανη. Ένα φάντασμα. Αυτό που πάντα ήθελε.
Και μια νύχτα, σαν όλες τις άλλες (πιο φωτεινή; Μπα.. η ιδέα της ήταν), αλλά τόσο διαφορετική, το φάντασμά είδε την αλήθεια. Και χαμογέλασε. Είχε βρει τον τρόπο να νικήσει. Επιτέλους είδε ότι δεν μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν σου. Αλλά αφήνοντας το να σε επηρεάζει, το έκανες δύο φορές πιο δυνατό. Το έκανες παρόν σου. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα και πήρε ένα μικρό εγχειρίδιο. Ήταν πιο δυνατή από όσο πίστευε έως τώρα. Έβαλε το μαχαίρι κάτω από το μαξιλάρι της και αποκοιμήθηκε κρατώντας το σφιχτα.. Ας κόπιαζαν οι εφιάλτες...
«Δεν μπορείς να με βλάψεις πια», ψιθύρισε.. Και βυθίστηκε σε έναν βαθύ ύπνο δίχως όνειρα. Δίχως εφιάλτες.
Κάθαρση.















Comments
--
*lalalalalalalalalalala*
--
Improbability Drive
--
Every window has a different view. Keep on exploring
--
Improbability Drive
--
Fat Dog Design
--
Improbability Drive
--
..escape with me from cold reality, into a dream..
Ithela poli na to diabaseis...
--
Improbability Drive
--
..escape with me from cold reality, into a dream..
no words.. u know why..
--
''On ne voit bien quavec le cur. Lessentiel est invisible pour les yeux.." Antoine de Saint-Exupery
Previous Page12345...Next Page